» 
alemão búlgaro chinês croata dinamarquês eslovaco esloveno espanhol estoniano farsi finlandês francês grego hebraico hindi holandês húngaro indonésio inglês islandês italiano japonês korean letão língua árabe lituano malgaxe norueguês polonês português romeno russo sérvio sueco tailandês tcheco turco vietnamês
alemão búlgaro chinês croata dinamarquês eslovaco esloveno espanhol estoniano farsi finlandês francês grego hebraico hindi holandês húngaro indonésio inglês islandês italiano japonês korean letão língua árabe lituano malgaxe norueguês polonês português romeno russo sérvio sueco tailandês tcheco turco vietnamês

tradução - alce

   Publicidade ▼

tradução - alce (Wikipedia)

Alce

Άλκη

ver também

alçar (v.)

abaixar, baixar, descer

   Publicidade ▼

dicionario analógico

alce (n.)


 

pressão; empurrão[Classe]

action de jeter (fr)[Classe]

propulsãoενεργοποίηση; προώθηση[ClasseHyper.]

factotum (en)[Domaine]

Impelling (en)[Domaine]

ação, acção, acto, ato, iδράση, πράξη - subirανυψώνω - levantarμεταφέρω - deslocarεκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζω[Hyper.]

propulser (fr)[Nominalisation]

impulsionar, propulsar, propulsionar, tocarεξωθώ, κινώ προς τα μπρος, προωθώ - ensaiar, fazer recomeçar, provocarαποτελώ το έναυσμα, γίνομαι η αιτία να ξεκινήσει κτ., κάνω κπ. να αρχίσει να κάνει κτ., προκαλώ, πυροδοτώ - montivar, motivarβάζω, παρακινώ, ωθώ - alcar, elevação, levantamentoανέβασμα, ανασήκωμα, ανύψωση, ανώθηση - ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - ανυψωτήρας - teleféricoαναθάρρηση - χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος - puxãoανεβοκατέβασμα, τράβηγμα - heaver (en) - um levantar - ponte aérea, Transporte aéreo táctico, Transporte aéreo tático, transporte por aviãoαερογέφυρα - lift (en) - elevation (en) - ascensão, subida - elevação, subidaανάβαση, ανηφόρα, πλαγιά, ύψωμα - elevaçãoύψωμα - levantador de pesos[Dérivé]

subirανέρχομαι, ανεβαίνω, σηκώνομαι, υψώνομαι[Cause]

adquirir, levar, tirar, tomar, trazerάγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνω[Analogie]

abaixar, baixar, descerκατεβάζω[Ant.]

alcar (n.)


 

lifting appliance; hoist (en)[Classe]

véhicule suspendu, remontée mécanique (fr)[Classe]

ascenseur (fr)[Thème]

building_industry (en)[Domaine]

TransportationDevice (en)[Domaine]

deslocarεκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζω - impulsão, propulsãoενεργοποίηση, προώθηση - μηχάνημα ανύψωσης - meio de transporte, transporteμεταφορά, μεταφορικό μέσο - manipulador, operadorαυτός που χειραγωγεί και εκμεταλλεύεται τους άλλους, χειριστής[Hyper.]

alcar, elevação, levantamentoανέβασμα, ανασήκωμα, ανύψωση, ανώθηση - ponte aérea, Transporte aéreo táctico, Transporte aéreo tático, transporte por aviãoαερογέφυρα - ascensor, elevadorανελκυστήρας, ασανσέρ - lift (en) - teleféricoαναθάρρηση - elevation (en) - ascensão, subida - um levantar - elevação, subidaανάβαση, ανηφόρα, πλαγιά, ύψωμα - elevaçãoύψωμα - levantador de pesos - alçar, erguer, içar, levantarσηκώνω - puxarσηκώνω κτ. με προσπάθεια - levantarανεβάζω, σηκώνω, υψώνω - subirανυψώνω[Dérivé]

elevar, subir[CeQui~]

construção, prédioκτήριο, κτίσμα, οικοδόμημα[Desc]

subirανέρχομαι, ανεβαίνω, σηκώνομαι, υψώνομαι[Cause]

adquirir, levar, tirar, tomar, trazerάγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνω[Analogie]

abaixar, baixar, descerκατεβάζω[Ant.]

alçar (v.)


 

relatório; relaçãoσχέση; συνάφεια[Classe]

lifting appliance; hoist (en)[Classe]

véhicule suspendu, remontée mécanique (fr)[Classe]

ascenseur (fr)[Thème]

(astronáutica; aeronáutica)(αστροναυτική; αεροναυτική)[termes liés]

continu (fr)[termes liés]

factotum (en)[Domaine]

Transfer (en)[Domaine]

building_industry (en)[Domaine]

TransportationDevice (en)[Domaine]

geography (en)[Domaine]

LandArea (en)[Domaine]

sport (en)[Domaine]

hasSkill (en)[Domaine]

transport (en)[Domaine]

impulsão, propulsãoενεργοποίηση, προώθηση - transferência, trânsito, transporteδιαμετακόμιση, μεταβίβαση, μετακίνηση, μεταφορά, μεταφορικό μέσο - μηχάνημα ανύψωσης - instrumentoμηχάνημα, συσκευή - meio de transporte, transporteμεταφορά, μεταφορικό μέσο - distânciaαπόσταση, σε ή από μακρινή απόσταση, στο βάθος - δόνηση - subidaανέβασμα, ανύψωση, αύξηση, σκαρφάλωμα - encosta, inclinaçãoπλαγιά - σχηματισμός - atletaαθλητής - carregar, transportarκουβαλώ, μεταφέρω - deslocarεκτοπίζω, μετακινώ, μετατοπίζω[Hyper.]

deslocamento, movimento, trasladoαλλαγή θέσης, κίνηση - movimentaçãoκίνηση, μετακίνηση - mover, moving company, public mover, removal company, removal firm (en) - mover (en) - mutável, transportávelκινητός, μετακομιστόσ, μεταφερόμενος, φορητός - movable (en) - alçar, erguer, içar, levantarσηκώνω - puxarσηκώνω κτ. με προσπάθεια - levantarανεβάζω, σηκώνω, υψώνω - subirανυψώνω - airlift, lift (en) - à superfície virέρχομαι στην επιφάνεια, ανέρχομαι, αναδύομαι - subirανέρχομαι, ανεβαίνω, σηκώνομαι, υψώνομαι - subirανέρχομαι, ανεβαίνω, αυξάνομαι, υψώνομαι - ανηφορίζω - κινούμαι σε ανήφορο, σκαρφαλώνω - ascendenteανηφορικός - press, weightlift, weight-lift (en) - ascensão, elevaçãoάνοδος - um levantar - correia transportadoraμεταφορική ταινία, ταινιόδρομος - transmissor, transportadorμεταφορέας, νταλίκα - escurecidoβλοσυρός, συνοφρυωμένος - olhar sombrio[Dérivé]

elevar, subir[CeQui~]

construção, prédioκτήριο, κτίσμα, οικοδόμημα[Desc]

αλλάζω θέση[Cause]

deslocar-seκινούμαι, περπατώ, πηγαίνω - arranjar, buscar/ir buscar?, transmitirκομίζω, πηγαίνω και φέρνω κτ., φέρνω - trazerσυνοδεύω - virέλα, έρχομαι [Domaine]

adquirir, levar, tirar, tomar, trazerάγω, αγοράζω, λαμβάνω, παίρνω, πηγαίνω κπ. ή κτ. κάπου, φέρνω[Analogie]

descidaκατάβαση, κατήφορος, κατηφόρα - depressãoβαθούλωμα, κοίλωμα, κοιλότητα - descerκατεβαίνω[Ant.]

alçar (v.)


 

todas as traduções do alce

definição e sinónimos de alce


Conteùdo de sensagent

  • tradução

   Publicidade ▼

 

2568 visitantes em linha

calculado em 0,219s

   Publicidade ▼