Publicitade R▼
εξαναγκάζω (v.)
1.αναγκάζω κάποιον να κάνει κάτι, συχνά παρά τη θέλησή του
2.ασκώ σε κάποιον πιέσεις ώστε να ακολουθήσει, αντίθετα με τη θέλησή του, τη δική μου επιθυμία
3.αναγκάζω, υποχρεώνω κάποιον να κάνει κάτι παρά τη θέλησή του ασκώντας έντονη πίεση (ηθική,ψυχολογική) ή χρησιμοποιώντας βία
Publicidade ▼
εξαναγκάζω (v.)
με το ζόρι καταφέρνω, πιέζω, υποχρεώνω, υποχρεώνω κπ. να κάνει κτ.
Ver também
εξαναγκάζω (v.)
Publicidade ▼
εξαναγκάζω (v.)
εξαναγκάζω (v.)
αναγκάζω, εξωθώ, κάνω[Hyper.]
εκστρατεία, κίνηση, προσπάθεια, σκοπός, υπόθεση[Dérivé]
κινώ, παρέχω ισχύ, παρασύρω, ωθώ - εξωθώ[Domaine]
εξαναγκάζω (v.)
Conteùdo de sensagent
calculado em 0,281s